σάρπα

σάρπα
η шарф

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "σάρπα" в других словарях:

  • σάρπα — I σάρπα, η και σάλπα η είδος ψαριού. II σάρπα, η και σάλπα, η (λ. γαλλ.), εσάρπα: Είχε ριγμένη στους ώμους της μια μεταξωτή σάρπα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σάρπα — (I) η, Ν βλ. εσάρπα. (II) και σάρπη, η, Ν βλ. σάλπη …   Dictionary of Greek

  • εσάρπα — και σάρπα, η συμπλήρωμα τής γυναικείας ενδυμασίας, κάλυμμα τών ώμων και τής ράχης, σε σχήμα παραλληλόγραμμο ή τριγωνικό. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. echarpe < αρχ. γερμ. scharpe. Στη ΝΕ χρησιμοποιείται και ο τ. σάρπα, με σίγηση τού αρχικού άτονου ε ] …   Dictionary of Greek

  • σάλπες — Χορδωτά του υπότυπου των χιτωνόζωων, της οικογένειας των Σαλπιδών. Τα θαλάσσια αυτά ζώα, που είναι διαδομένα προπάντων στις θερμές θάλασσες, αλλά απαντιούνται με διάφορα είδη και στη Μεσόγειο, έχουν διαφανές σώμα με σχήμα περίπου κυλινδρικό, το… …   Dictionary of Greek

  • σάλπη — Πεδινός οικισμός (670 κάτ., υψόμ. 5 μ.), στην επαρχία Κομοτηνής του νομού Ροδόπης. Είναι έδρα της ομώνυμης κοινότητας (40 τ. χλμ., 815 κάτ.), στην οποία ανήκει και άλλος ένας μικρότερος οικισμός, το Γλυκονέρι (145 κάτ., υψόμ. 30). * * * η, ΝΑ,… …   Dictionary of Greek

  • σάρπη — ἡ, Α βλ. σάρπα (ΙΙ) …   Dictionary of Greek

  • ωμοφόριο — Κάλυμμα των ώμων (σάρπα), άμφιο. Πρόκειται για στενόμακρο ύφασμα, πολυτελές και στολισμένο με σταυρούς και κρόσσια. Το φορούν οι αρχιερείς της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας, έτσι ώστε το ένα άκρο του να κρέμεται μπροστά και το άλλο πίσω. * * * το /… …   Dictionary of Greek

  • Μπουτάν — Κράτος της νότιας Κεντρικής Ασίας. Συνορεύει Β και ΒΔ με το Θιβέτ και Α, Ν και ΝΔ με την Ινδία.Το Μ., σχεδόν απρόσιτο ανάμεσα στην οροσειρά των Iμαλαΐων και αγκιστρωμένο στις παραδόσεις του, παραμένει στο περιθώριο των διεθνών πολιτικών εξελίξεων …   Dictionary of Greek

  • μουσελίνα — η (λ. γαλλ.), είδος πολυτελούς διάφανου μεταξωτού υφάσματος: Σάρπα από μουσελίνα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σάλι — το (λ. περσ.) 1. κομμάτι υφαντού ή πλεκτού υφάσματος που το ρίχνουν οι γυναίκες στον ώμο τους, σάρπα. 2. σχεδία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σάλπα — η βλ. σάρπα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»